Ο όρος “cult” (καλτ), στην πραγματική του διάσταση, σημαίνει αίρεση. Έτσι μας λένε τα λεξικά κι έτσι χρησιμοποιείται στην καθομιλουμένη αγγλική. Θα το παρατηρήσουμε σε ταινίες που αφορούν τέτοια θέματα, π.χ. θρησκευτικές, αλλά και ταινίες που έχουν να κάνουν με αυτό ακριβώς, αιρετικές ομάδες και κατευθύνσεις, ακόμα και ομάδες σκοπού όπως είναι ένα αθλητικό φαν κλαμπ, ένας σύλλογος που μοιράζονται ίδιες ιδέες, μια σέχτα κλπ. Στην πραγματικότητα είναι αυτό που “ξεφεύγει” από ένα μεγαλύτερο δόγμα. Π.χ. οι μονοθεϊστικές θρησκείες και οι “παρεκκλίνουσες” απόψεις που δημιουργούν αιρετικές ομάδες, οι πολιτικές κατευθύνσεις (Αριστερά, Δεξιά, Κέντρο, Άκρο-), που επίσης δημιουργούν υποομάδες, λόγω της σχετικής διαφυγής τους από ένα κεντρικό δόγμα.
Η λέξη προερχόμενη από το λατινικό cultus μας παραπέμπει και ευθέως στην γνωστή “κουλτούρα”, όπως έχουμε συνηθίσει να λέμε κάτι το κλασικό, το “έτσι το έχουμε μάθει”, σημαίνει καλλιέργεια, τρόπο ζωής κλπ. ανάλογα. Είναι μάλιστα πολιτιστικό υποσύνολο, ενώ στα λεξικά έχει και συνώνυμη την Παιδεία.
Όλα αυτά (δεν) λειτούργησαν με τον ίδιο τρόπο στη μουσική και στον κινηματογράφο, αφού cult θεωρούνται κυρίως “χαμένες” δημιουργίες, “υποβαθμισμένες” λόγω περιεχομένου δημιουργίες, κάποιες που είχαν για ήρωές τους μοναδικές φυσιογνωμίες που όπως εμφανίστηκαν έτσι εξαφανίστηκαν, δημιουργίες που είχαν κάτι υπερβολικό ή εξεζητημένο στην άποψή τους αλλά σίγουρα ήταν μακριά από το αποδεκτά και ποσοστιαία φυσιολογικό (και κοινωνικά ακόμα).
Στο ελληνικό τραγούδι π.χ., σε όλες τις δεκαετίες που άνθισε το τραγούδι πίστας, οι “καλτιές” έχουν πάντα εκπρόσωπο ή και εκπροσώπους. Πλέον αναφέρονται για το μέγεθος μιας επιτυχίας που είχαν κάνει απρόσμενα, για τον στίχο που ήταν “τραβηγμένος” από τα μαλλιά, για πρόσωπα και “καλλιτέχνες” που χάθηκαν όπως εμφανίστηκαν, αλλά και κάποιους που πραγματικά έγραψαν ιστορία στις πίστες και γενικά στη showbiz. Ας δούμε κάποια παραδείγματα τέτοιων περιπτώσεων, πολύ σημαντικών στην ελληνική μουσική σκηνή!
Δημιούργησε τα συγκροτήματα «Mirabilis Zalapa», «What a pity» και «Πρόκες» (1972). Στο club «Hobby» στην Πλατεία Αμερικής τον ανακάλυψε ο Βλάσης Μπονάτσος και τον κάλεσε να παίξει με το συγκρότημα που είχε, τους «Πελόμα Μποκιού». Το 1992 έγινε ευρύτερα γνωστός με το δίσκο «Μου θυμίζεις τη μάνα μου» που έγινε πλατινένιος, ξεπερνώντας τα 125.000 αντίτυπα.
Γιάννης Φλωρινιώτης (Αποστολίδης) (1947-2023)
Ξεκίνησε να τραγουδάει σε ηλικία 14 ετών και αργότερα βρέθηκε στη Θεσσαλονίκη, όπου τραγούδησε δίπλα σε μεγάλους ρεμπέτες, όπως ο Μάρκος Βαμβακάρης, ο Γιάννης Παπαϊωάννου, ο Γιώργος Λαύκας, ο Πρόδρομος Τσαουσάκης, ο Θ. Πολυκανδριώτης και η Ρίτα Σακελλαρίου. Δίπλα του πρωτοεμφανίστηκαν οι αδελφές Γαρμπή, ενώ και ο Μάνος Χατζιδάκις του έκανε ειδική μνεία στο Τρίτο Πρόγραμμα. Αδελφός του ήταν ένας άλλος τραγουδιστής της εποχής που επίσης θεωρείται cult, ο Αντώνης Λορέντζος. Τραγούδια σαν το “Πειράζει που είμαι μεγάλη φίρμα”, “Το κορίτσι του μπαρ”, αλλά και το “Να απατάς τον άντρα σου” θεωρούνται ιστορικά πλέον.
Κυκλοφόρησε περίπου τέσσερις δεκάδες ολοκληρωμένους δίσκους, κυρίως στην Alpha Records και την Real Music Greece. Ο γιος του, Γιώργος Αλκαίος, είναι επίσης επιτυχημένος τραγουδιστής. Στην πλούσια καριέρα του έχει συνολικά 31 δισκογραφικές δουλειές από τις οποίες οι 10 χρυσοί δίσκοι και 1 πλατινένιος με την μεγάλη επιτυχία «Καμπριολέ». Μεγάλες και διαχρονικές cult επιτυχίες, το “Μου ‘μαθες έρωτα”, αλλά και το “Πρώτο σου φιλί, ναι”. Η λίστα με τα τραγούδια-επιτυχίες του Γιάννη Βασιλείου είναι ατέλειωτη…
Το τραγούδι «Τα πλοία πεθαίνουν στα λιμάνια» αποτελεί σήμα κατατεθέν του Πόλυ Κερμανίδη και εκφράζει απόλυτα, ως τίτλος, την πορεία του κλασικού λαϊκού τραγουδιού στη δεκαετία του’70. Το τραγούδι του Μητσάκη που, όπως είναι γνωστό, είχε ιδιαίτερη αδυναμία στα «θαλασσινά» θέματα, κυριάρχησε στους πειρατικούς σταθμούς που πουλούσαν οικόπεδα με δόσεις, μονοπώλησε τις προτιμήσεις στα τζουκ-μποξ, έγινε σλόγκαν και άντεξε στο χρόνο. Είναι χαρακτηριστικό ότι λίγοι γνωρίζουν την εκτέλεση του Μάνου Παπαδάκη και θεωρούν ως πρώτη και αυθεντική αυτή του Κερμανίδη. Άλλες επιτυχίες που έμειναν διαχρονικές είναι τα «Προδομένα φιλιά», «Σε κάποιο σπίτι κτισμένο με δάκρυ», και το υπέροχο «Φτωχή καρδιά μου, κάνε υπομονή».
Μαίρη Μαράντη (Τσεκούρα) (1950-2023)
Το τραγούδι των Μάκη Γιαπράκα και Πάνου Φαλάρα «Θα πάρω φόρα», που ακουγόταν στην ταινία του Παντελή Βούλγαρη «Όλα είναι δρόμος» (1998), έγινε η αφορμή να γίνει η Μαίρη Μαράντη ακόμα περισσότερο γνωστή, σε ευρύτερους κύκλους. Ίσως και για τη σκηνή που ο εργοστασιάρχης Τσετσένογλου (Γιώργος Αρμένης) βάζει φωτιά στην καπαρντίνα του και πληρώνει για να πέσει το λαϊκό κέντρο (σκυλάδικο για την ακρίβεια) «Βιετνάμ».
Ήταν γνωστή πάντως και ως η “Βασίλισσα της Πίστας”, με επιτυχίες όπως τα τραγούδια «Η πιο μεγάλη μου αγάπη είσαι εσύ», «Για σένα», «Κόσμε γιατί», «Έχω κάψες», «Δώσ’ μου να πιω», «Πάρε με αγκαλιά».
Κάνουμε μια εισαγωγή στο cult ελληνικό τραγούδι. Σαφέστατα οι παραπάνω περιπτώσεις είναι σημαντικές για την ελληνική δισκογραφία και μόνο μερικές. Αλλά σε κάθε περίπτωση έγιναν “cult”. Με όλη την ερμηνεία που δώσαμε στο εισαγωγικό μας μήνυμα. Υπάρχουν άλλες περιπτώσεις, θα τις δούμε σε επόμενο άρθρο μας που ανήκουν στις άλλες κατηγορίες που έχουμε αναφέρει.

