Τα “Πέντε Ελληνικά Τραγούδια” του Maurice Ravel

H Ελληνοκύπρια μουσικός Ευγενία Κάνθου διασκεύασε για φωνή και κιθάρα αυτά τα 5 ελληνικά τραγούδια, που είχε με τη σειρά του διασκευάσει ο περίφημος Maurice Ravel. Στο βιβλί ομε τις παρτιτούρες, στο εισαγωγικό της σημείωμα μας εξηγεί την ιστορία τους.

“Τα παλαιότερα από τα «Cinq Melodies populaires greques», «Quel galant» και «Chanson des cueilleuses de lentisques», γράφτηκαν το 1904 μαζί με άλλα τρία τραγούδια, τα χειρόγραφα των οποίων δυστυχώς χάνονται. Παρουσιάστηκαν σε σχέση με μια διάλεξη με θέμα «Τα τραγούδια των καταπιεσμένων λαών» (Έλληνες και Αρμένιοι στην Τουρκία), που δόθηκε από τον μουσικολόγο Pierre Aubry στο «École des Hautes Études Sociales» στο Παρίσι (20/2/1904). Ο Aubry ήθελε να ενισχύσει τη διάλεξή του με αυθεντική μουσική και ο Maurice Ravel κλήθηκε σε σύντομο χρονικό διάστημα από έναν κοινό φίλο, τον κριτικό μουσικής Michel-Dimitri Calvocoressi, να γράψει τα συνοδευτικά σε μια ομάδα πέντε ελληνικών λαϊκών μελωδιών, επιλεγμένων από δύο συλλογές: τις “Mélodies populairele’s greîekre de la greîekre” του Hubert Pernot (Χίος- τα τέσσερα), και μια συλλογή του Περικλή Μάτζα, που εκδόθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1883 (ένα). Ο Maurice Ravel ολοκλήρωσε τις ρυθμίσεις των πρώτων σε μόλις 36 ώρες!

Το “La chanson de la mariée” (στην ορχηστρική εκδοχή που σωστά ανα-κατονομάστηκε από τον Maurice Ravel ως “Le reveil de la mariée”), το “Là-bas, vers l’ église” και το “Tout gai” (αρ. 1, 2 και 5), παραγγέλθηκαν από τον M.- D. ​​Calvocoressi και γράφτηκαν στο 1906. Με αυτές τις νέες ρυθμίσεις που προστέθηκαν σε αυτές που γράφτηκαν το 1904, ο Ravel ολοκλήρωσε την τελική έκδοση του “Cinq Melodies populaires greques”. Ήταν από τις πρώτες του συνθέσεις που εκδόθηκαν από τον A. Durand et fils. Με τη λεπτή μουσική του δεινότητα, ο Ravel καταφέρνει να συλλάβει την ουσία των μελωδιών. Με αριστοτεχνική οικονομία και συναρπαστική ηχητικότητα, τα συνοδευτικά του επιτυγχάνουν τέλεια συμβίωση με τις αυθεντικές μελωδίες. ζωντανεύουν τον χαρακτήρα τους χωρίς την παραμικρή στιλιστική αναστάτωση. Αργότερα ο Maurice Ravel διασκεύασε το 1º και το 5ο για ορχήστρα, ενώ οι αρ. 2-4 διασκευάστηκαν για ορχήστρα από τον μαθητή του Manuel Rosenthal.

Δεν είναι μόνο στο οικείο και μυστικιστικό “Là-bas, vers l’ église”, με τις σπασμένες συγχορδίες του, που το πιάνο φαίνεται να αντικαθιστά μια κιθάρα. Η συνθετική ροή – σπασμένες συγχορδίες, αρπέτζια, ρυθμικοί παλμοί – προκαλεί σε όλη τη διάρκεια συσχετισμούς με ένα μαδημένο όργανο. Όχι μόνο για αυτόν τον λόγο, αλλά και λόγω του διαφοροποιημένου χρωματικού φάσματος και της μαγικής χροιάς της κιθάρας, που έρχεται τόσο κοντά στην ουσία αυτής της μουσικής, ένιωσα δικαιωμένη να κάνω αυτά τα εξαιρετικά εκφραστικά τραγούδια προσιτά στους κιθαρίστες. Με ενθάρρυνε επίσης η γνώση ότι ήδη κατά τη διάρκεια της ζωής του Maurice Ravel τα τραγούδια είχαν ερμηνευτεί με τη συνοδεία άρπας.

Αυτή η έκδοση βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στην έκδοση για πιάνο, αν και σε ορισμένα αποσπάσματα έχουν χρησιμοποιηθεί η συνοδεία της ορχήστρας του Ravel και του Rosenthal. Οι αναφορές ότι μερικά από τα τραγούδια ερμηνεύτηκαν με επιπλέον συμμετοχή ενός ντέφι με ενθάρρυναν να συμπεριλάβω εφέ κρουστών σε πολλά μέρη”.

Περισσότερα στοιχεία μπορείτε να βρείτε στην Βικιπαίδεια εδώ (είναι στα γαλλικά, μπορείτε φυσικά να γυρίσετε σε ελληνικά ή άλλη γλώσσα).

Τα 5 τραγούδια είναι τα παρακάτω και παραθέτουμε ένα από τα διασκευασμένα της Ευγενίας Κάνθου, που ερμηνεύει η αδελφή της Ελένη ( Là-bas, vers l’église (Κάτω στον Άγιο Σίδερο)).

I. Le réveil de la mariée (Ξύπνησε πετροπέρδικα)

II. Là-bas, vers l’église (Κάτω στον Άγιο Σίδερο)

III. Quel galant m’est comparable (Ποιος ασίκης σαν κι εμένα)

IV. Chanson des cueilleuses de lentisques (Ω, ν’ άντζελος είσαι, μάτια μου)

V. Tout gai! (Γιαρούμπι).