Τα ριζίτικα τραγούδια

«Ἀγρίμια κι΄ἀγριμάκια μου, ΄λάφια μου ΄μερωμένα
πεστέ μου ποῦ ‘ν οἱ τόποι σας καὶ ποῦ ‘ν τὰ χειμαδιά σας;
– Γκρεμνὰ ‘ν ἐμᾷς οἱ τόποι μας λέσκες τὰ χειμαδιά μας
τὰ σπηλιαράκια του βουνού είναι τὰ γονικά μας.»

Τα ριζίτικα τραγούδια δεν έχουν ονόματα, αναφερόμαστε σε αυτά με τον πρώτο τους στίχο, ή με κάποιον άλλο στίχο τους. Τα ριζίτικα τραγούδια δε χορεύονται, χωρίζονται παραδοσιακά σε τραγούδια της τάβλας και της στράτας. Ο Παπαγρηγοράκης Ιδομενέας στο βιβλίο του Τα Κρητικά ριζίτικα τραγούδια, τα ταξινόμησε σε 32 μελωδίες, ενώ βρήκε 31 τραγούδια να έχουν δικές τους μοναδικές μελωδίες, πάντα σε μείζονες κλίμακες. Η μουσική τους είναι σοβαρή και με στοιχεία πόνου. Τυπικά, πρώτα άδεται ένας στίχος από έναν τραγουδιστή και κατόπιν επαναλαμβάνεται χορωδιακά, χωρίς αυτό να είναι απαραίτητο. Δεν υπάρχει πάντα ομοιοκαταληξία, ο στίχος δεν είναι πάντα δεκαπεντασύλλαβος αν και αυτός υπερέχει στατιστικά.

Ο Διγενής είναι ένα μνημείο της κρητικής μουσικής και για πολλούς η επιτομή του ακριτικού κύκλου. Η μουσική του είναι επική και οι στίχοι αψεγάδιαστοι. Εξιστορεί το υπερφυσικό όχι με κατορθώματα και άθλους αλλά με το αίσθημα του φόβου, ο άνθρωπος τρομάζει στη θέα της γης που είναι έτοιμη να τον υποδεχτεί και ανατριχιάζει στη θέα της πλάκας που θα τον σκεπάσει, στην περίπτωση του Διγενή αυτά αντιστρέφονται. Στο δεύτερο μέρος, ενώ πεθαίνει, δεν ζητά τη θεία βοήθεια να τον πάει στον ουρανό και να τον απαλλάξει από τα δεινά του, άλλα εύχεται να μπορούσε να σκαρφαλώσει μόνος του, να διπλωθεί να κάτσει.

«Ὁ Διγενὴς ψυχομαχεῖ, κι ἡ γῆς τόνε τρομάσσει, κι ἡ πλάκα τὸν ἀνατριχιᾶ, πὼς θὰ τόνε σκεπάση,
γιατί από `κειά που κοίτεται, λόγια ἀντρειωμένου λέει.
– Νά ‘χεν ἡ γῆς πατήματα, κι΄ ὁ οὐρανός κερκέλια, νὰ πάτου τὰ πατήματα, νά `πιανα τὰ κερκέλια,
ν’ ἀνέβαινα ‘ς τὸν οὐρανό, νὰ διπλωθῶ νὰ κάτσω, νὰ δώσω σεῖσμα τ’ οὐρανοῦ.»[2]

Ένα ιστορικό ριζίτικο με θέμα τον κρητικό πόλεμο του 1644 – 1669 μαρτυρά τη διχόνοια μεταξύ των χριστιανών κατά τη διάρκεια του πολέμου, και εν ολίγοις εξηγεί τους μαζικούς εξισλαμισμούς που ακολούθησαν την πτώση του κάστρου το 1669.

«Κάστρο και ποῦ ‘ν’ οἱ πύργοι σου καὶ τὰ καμπαναργιά σου, καὶ πού ‘ν’ οἱ γιἀντριωμένοι σου, τὰ ὄμορφα παλληκάργια;
– Μα μένα οἱ γιἀντριωμένοι μου, τὰ ὄμορφα παλληκάργια, ἡ μαύρη γῆς τὰ χαίρεται ‘ς τὸ μαυρισμένο ‘Αδη.
Δὲν ἔχω ἀμάχη τσῆ τουρκιᾶς, μήδε κακιὰ τοῦ χάρου, μόνο ‘χω ἀμάχη και κακιὰ τοῦ σκύλου τοῦ προδότη ἁπού μοῦ τὰ κατάδουδε.»[3]

Ένα από τα παλαιότερα ριζίτικα, το οποίο ο Καβρουλάκης θεωρεί ότι έχει τις ρίζες του στην εποχή του εμιράτου της Κρήτης είναι το παρακάτω:

«Ἀπέστειλε με βασιληᾶς τσὶ βίγλες νὰ μπαστίσω, κι οὗλες τσὶ βίγλες μπάστισα, κι οὗλες λαγόνεψά τσι,
κι οὗλες τσὶ βρῇκα ξυπνητὲς, κι οὗλες τσι παραβλεπα, τὴ βίγλα τῶ Σαρακηνῶ ηὕρηκα κι ἁκοιμᾶτο,
ξύπνα λουβοσαρακηνέ!»

Οι βίγλες εκ του λατινικού vigilare, ήταν καταλύματα στις κορυφές βουνών με θέα ακτές που θεωρούταν επίφοβες για απόβαση εισβολέων. Η έννοια του πρώτου συνθετικού (λουβο-) της λέξης λουβοσαρακηνός φαίνεται ότι έχει χαθεί στον χρόνο.

Το πιο γνωστό ριζίτικο εκτός Κρήτης είναι το Πότε θα κάμει ξαστεριά, το οποίο αναφέρεται σε κάποια βεντέτα του 16ου αιώνα, ανάμεσα στην οικογένεια πιθανόν Γιάνναρη, και εκείνη των Μουσούρων, τους οποίους αναφέρει το τραγούδι σε όλες του τις παραλλαγές. Οι Μουσούροι και ο τόπος κατοικίας τους αναφέρονται επίσης και σε ενετικές πηγές του 16ου αιώνα, όχι με καλά σχόλια. Η παλαιότερη μορφή του τραγουδιού ήταν η εξής:

«Χριστὲ νὰ ζώνουμουν σπαθὶ, καὶ νᾄπιανα κοντάρι νὰ πρόβαινα ‘ς τὸν Ὁμαλὸ, ‘ς τὴ στράτα τῶ Μουσούρω
νὰ σύρω τἀργυρὸ σπαθὶ καὶ τὸ χρυσὸ κοντάρι νὰ κάμω μάνες δίχως γιούς, γυναῖκες δίχως ἄντρες»

Το τραγούδι έγινε γνωστό στην Ελλάδα με την παρακάτω μορφή και συνδέθηκε με πολέμους και λαϊκούς αγώνες του 20o αιώνα.

«Πότε θὰ κάμη ξαστεριά, πότε θὰ φλεβαρίση, νὰ πάρω τὸ ντουφέκι μου, τὴν ὄμορφη πατρώνα,
νὰ κατεβῶ ‘ς τὸν Ὁμαλό, ‘ς τὴ στράτα τῶ Μουσούρω, νὰ κάμω μάννες δίχως γιούς, γυναῖκες δίχως ᾄντρες.»

Ο μουσικολόγος-θεατρολόγος Γιώργος Αμαργιαννάκης μας λέει επίσης:

Παλιότερα εκτελούνταν χωρίς τη συνοδεία μουσικών οργάνων (a cappella) συνήθως σε αντιφωνία, δηλαδή με δύο φωνές, εκ των οποίων η πρώτη φωνή είναι η κύρια, ενώ η δεύτερη απαντά, ανταποκρίνεται ή επαναλαμβάνει την πρώτη. Πολλές φορές τη δεύτερη φωνή τραγουδά χορωδία. Παρόμοιο τραγουδιστικό στυλ βρίσκουμε και στη βυζαντινή μουσική όπου οι δυο χοροί ψαλτών, αριστερός και δεξιός, ψέλνουν επίσης αντιφωνικά.
Τα ριζίτικα χωρίζονται σε τραγούδια της τάβλας και της στράτας. Της τάβλας τραγουδιούνται σε πολλές μελωδίες, ενώ της στράτας είναι πάνω σε έναν, κυρίως, σκοπό. Ωστόσο, υπάρχουν και ριζίτικα που είναι ιδιόμελα με δικές τους μελωδίες. Δεν έχουν πάντα ομοιοκαταληξία και ο στίχος τους είναι συνήθως δεκαπεντασύλλαβος.

Τα ριζίτικα έγιναν γνωστά στους καιρούς μας με τον ομότιτλο δίσκο του Γιάννη Μαρκόπουλου, ο οποίος εκδόθηκε και κυκλοφόρησε από την εταιρεία Columbia στις 20 Ιουλίου του 1971. Περιλαμβάνει εννέα παραδοσιακά λαϊκά τραγούδια της Κρήτης (ριζίτικα) και δύο παραδοσιακούς χορούς της ίδιας περιοχής των οποίων τις μελωδίες διασκεύασε κι ενορχήστρωσε ο συνθέτης Γιάννης Μαρκόπουλος και τα ερμηνεύει ο Νίκος Ξυλούρης ενώ σε κάποια συμμετέχει και χορωδία.